Δρύας

Δρύας
Δρύᾱς , Δρύας
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δρυάς — δρυάς, ο (Μ) δάσος από βαλανιδιές, δρυμός. η (AM δρυάς) (συν. στον πληθ. δρυάδες) νύμφη τών δασών, προστάτιδα τών δέντρων και κυρίως τού δέντρου «δρύς» νεοελλ. αναρριχητικό, θαμνώδες φυτό, με άνθη λευκά και φύλλα πράσινα στο επάνω μέρος και λευκά …   Dictionary of Greek

  • δρύας — δρῦς tree fem acc pl δρῦς tree fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρυάς η οκτωπέταλος — (dryas octopetala). Επιστημονική ονομασία δικοτυλήδονου φυτού της οικογένειας των ροδιδών. Ευδοκιμεί σε αλπικά ύψη της Ευρώπης, του Καυκάσου, της Σιβηρίας και της Βόρειας Αμερικής. Είναι μικρή ξυλώδης πόα με διακλαδισμένους βλαστούς και στρογγυλά …   Dictionary of Greek

  • Δρυάδα — Δρυάς a Dryad fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δρυάδας — Δρυάς a Dryad fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δρυάδες — Δρυάς a Dryad fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δρυάδι — Δρυάς a Dryad fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δρυάδος — Δρυάς a Dryad fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δρυάδων — Δρυάς a Dryad fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δρυάσιν — Δρυάς a Dryad fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”